Δελτίο τύπου της Πανελλήνιας Επαγγελματικής Ένωσης Γενικής Οικογενειακής Ιατρικής : Aνάγκη για ουσιαστικό ρόλο του Γενικού Οικογενειακού Ιατρού στο Εθνικό πρόγραμμα αντιμετώπισης της παχυσαρκίας.
Αθήνα, 24 Ιουνίου 2025
Τη στιγμή που η Πανελλήνια Επαγγελματική Ένωση Γενικής Οικογενειακής Ιατρικής ζητά, με επιστολή της (15/5-5-2025) προς το Υπουργείο Υγείας, σαφείς διευκρινίσεις για τον ρόλο του Γενικού Οικογενειακού Ιατρού στο επικείμενο Εθνικό Πρόγραμμα Αντιμετώπισης της Παχυσαρκίας, το Ηνωμένο Βασίλειο προχωρά στην υλοποίηση ενός πολυετούς, οργανωμένου σχεδίου παρέμβασης, με επίκεντρο την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ).
Πιο συγκεκριμένα, από χθες ξεκίνησε η συνταγογράφηση της Τιρζεπατίδης – ενός σύγχρονου θεραπευτικού παράγοντα για τη διαχείριση της παχυσαρκίας – από τους Γενικούς Οικογενειακούς Ιατρούς, με κάλυψη του κόστους από το Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS). Πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα με πολλαπλές φάσεις, το οποίο δεν περιορίζεται στη χορήγηση φαρμάκου, αλλά εστιάζει στην εκπαίδευση, παρακολούθηση και αξιολόγηση.
Η πρώτη φάση περιλαμβάνει:
• Εκπαίδευση ιατρών και προσωπικού ΠΦΥ στη χορήγηση και παρακολούθηση της Τιρζεπατίδης
• Δημιουργία μητρώου ασθενών και σύστημα παρακολούθησης με τακτικές κλινικές επανεξετάσεις
• Συνταγογράφηση σε επιλεγμένα άτομα με μηνιαία παρακολούθηση τους πρώτους έξι μήνες (ρύθμιση δόσης, εκτίμηση παρενεργειών, αξιολόγηση απώλειας βάρους)
Οι επιλέξιμοι συμμετέχοντες είναι άτομα με ΔΜΣ ≥ 35 kg/m² ή ≥ 27 kg/m² με σοβαρές συννοσηρότητες. Ωστόσο, για το πρώτο έτος δίνεται προτεραιότητα σε όσους έχουν ΔΜΣ ≥ 40 kg/m² και τέσσερις ή περισσότερες συννοσηρότητες. Προϋπόθεση για τη συνέχιση της θεραπείας αποτελεί η επίτευξη τουλάχιστον 5% μείωσης του σωματικού βάρους μέσα στο πρώτο εξάμηνο.
Το πρόγραμμα προβλέπει σταδιακή επέκταση ώστε να καλύψει πλήρως τον επιλέξιμο πληθυσμό μέσα σε διάστημα 12 ετών.
Η παχυσαρκία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τη δημόσια υγεία σε παγκόσμιο επίπεδο, με διαρκώς αυξανόμενες επιπτώσεις. Η αποτελεσματική αντιμετώπισή της απαιτεί τολμηρές, μακροπρόθεσμες πολιτικές υγείας, βασισμένες σε καλά σχεδιασμένα προγράμματα και στη συστηματική εμπλοκή της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.
Διεθνώς, οι εξελίξεις δείχνουν ξεκάθαρα πως ο Γενικός Οικογενειακός Ιατρός αποτελεί τον βασικό πυλώνα τέτοιων παρεμβάσεων. Στην Ελλάδα, ωστόσο, η ειδικότητά μας παραμένει στο περιθώριο της χάραξης πολιτικής υγείας.
Ως Γενικοί Οικογενειακοί Ιατροί αναρωτιόμαστε: Πόσα ακόμα χρόνια θα χρειαστούν, ώστε η ειδικότητά μας να τύχει της επιστημονικής και θεσμικής αναγνώρισης που έχει εδώ και χρόνια κατακτήσει διεθνώς ;
Η ώρα για ουσιαστικές αποφάσεις και ενίσχυση του ρόλου της Γενικής Οικογενειακής Ιατρικής είναι τώρα.
Δελτίο τύπου της Πανελλήνιας Επαγγελματικής Ένωσης Γενικής Οικογενειακής Ιατρικής με αφορμή τον εορτασμό της παγκόσμιας ημέρας Οικογενειακού Ιατρού.
Αθήνα, 19 Μάϊου 2025
Με αφορμή τον εορτασμό της παγκόσμιας ημέρας Οικογενειακού Ιατρού θα θέλαμε να μοιραστούμε μαζί σας ορισμένες σκέψεις σχετικά με την ειδικότητά της Γενικής Οικογενειακής Ιατρικής. Η ειδικότητά μας δημιουργήθηκε για να πρωτοστατήσει στην εγκαθίδρυση ενός συστήματος Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) σύμφωνου με τα διεθνή πρότυπα. Θα ήταν πραγματικά μεγάλη η χαρά μας αν μπορούσαμε να γιορτάσουμε τη σημερινή ημέρα αναγνώρισης της προσφοράς του Γενικού Οικογενειακού Ιατρού (ΓΟΙ) και στη χώρα μας, δυστυχώς όμως το συναίσθημα που ξεχειλίζει μέσα μας δεν είναι αυτό της χαράς και της ικανοποίησης.
Είναι γεγονός ότι η ειδικότητά μας, αντί να πρωτοστατεί εντός της ΠΦΥ, ουσιαστικά παραγκωνίζεται καθημερινά. Οι περιορισμοί που υφίστανται οι ΓΟΙ είναι ποικίλοι και συμβαίνουν σε πολλά επίπεδα. Ξεκινούν από περιορισμούς στη συνταγογράφηση παραπεμπτικών για φυσικοθεραπείες, επιθέματα κ.α., χωρίς καμία επιστημονική εξήγηση και συνεχίζουν με απουσία εκπροσώπησης της ειδικότητάς μας στις επιτροπές διαγνωστικών και θεραπευτικών πρωτοκόλλων συνταγογράφησης. Ως αποτέλεσμα, οι ΓΟΙ αποκλειόμαστε συχνά από τη χορήγηση θεραπευτικών αγωγών για την αντιμετώπιση χρόνιων νοσημάτων, παρά το γεγονός ότι αυτά εμπίπτουν στο γνωστικό μας αντικείμενο. Έτσι, για παράδειγμα, ενώ ένας γενικός οικογενειακός ιατρός θεωρείται ικανός να αντιμετωπίσει καταστάσεις υψίστης επικινδυνότητας στα ΤΕΠ, θεωρείται μη ικανός να παρακολουθήσει το ίδιο νόσημα στο τακτικό του ιατρείο εφόσον δεν του επιτρέπεται να χορηγεί την χρόνια αγωγή που χρειάζεται ο ασθενής του.
Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι τα κριτήρια αποκλεισμού δεν είναι επιστημονικά αλλά αποσκοπούν στον περιορισμό της φαρμακευτικής δαπάνης, γι’ αυτό άλλωστε αφορούν φαρμακευτικά σκευάσματα υψηλού κόστους που χρησιμοποιούνται συχνά σε συνήθη χρόνια νοσήματα. Έχουμε εξηγήσει πολλές φορές την αντίθεσή μας σε αυτήν τη λογική, πρωτίστως διότι η χορήγηση της ενδεδειγμένης φαρμακευτικής αγωγής είναι δικαίωμα όλων των πολιτών που την έχουν ανάγκη ανεξαρτήτως οικονομικού κόστους και δευτερευόντως διότι ο τρόπος περιορισμού της φαρμακευτικής δαπάνης παγκοσμίως δεν γίνεται με τον περιορισμό και τον αποκλεισμό αλλά με την ενίσχυση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας. Αντί για την πολυπόθητη αυτή ενίσχυση, βιώνουμε συχνά την απουσία κάθε σεβασμού στο επιστημονικό και κοινωνικό έργο μας, μέσω των υποχρεωτικών μετακινήσεών μας από το χώρο της ΠΦΥ σε άλλη υγειονομική βαθμίδα προκειμένου να καλύψουμε πρόσκαιρες ανάγκες του Εθνικού Συστήματος Υγείας.
Οι αποκλεισμοί όμως της ειδικότητάς μας δεν σταματούν στα παραπάνω. Η απουσία ακαδημαϊκής έδρας της Γενικής Οικογενειακής Ιατρικής και ο αποκλεισμός μας από εξειδικεύσεις και μετεκπαιδεύσεις σε συνήθη χρόνια νοσήματα φανερώνουν μια παράλογη υποβάθμιση του επιστημονικού μας υπόβαθρου. Ο Γενικός Οικογενειακό Ιατρός, όπως και κάθε άλλος ιατρός, έχει σπουδάσει Ιατρική τουλάχιστον για 6 έτη πριν την επιλογή της ειδικότητάς του. Την Γενική Οικογενειακή Ιατρική την επιλέγει επειδή πιστεύει στην ολιστική ιατρική προσέγγιση του ατόμου. Σε καμία περίπτωση η επιλογή της ειδικότητάς μας δεν μπορεί να βασιστεί σε ένα πρόσκαιρο οικονομικό κίνητρο και για το λόγο αυτό παρόμοιες τάχα δελεαστικές τακτικές είναι καταδικασμένες να αποτύχουν. Εάν η πολιτεία πράγματι ενδιαφέρεται να αυξήσει τον αριθμό των ΓΟΙ για τη στελέχωση της ΠΦΥ, τότε ας φροντίσει για την επιστημονική και κοινωνική καταξίωσή τους και όχι για την υποβάθμισή τους σε γραμματείς με ιατρικές γνώσεις.
Δυστυχώς, έως σήμερα, οι προτάσεις και τα δίκαια αιτήματά μας αγνοούνται διαχρονικά. Ακόμη όμως και όταν συμβεί να δικαιωθούν λόγω υποχρεωτικών μεταρρυθμίσεων, ανακοινώνονται, νομοθετούνται αλλά στο τέλος «προσαρμόζονται» στα δεδομένα του υπάρχοντος συστήματος χάνοντας μεγάλο μέρος της ουσίας τους. Αυτό συνέβη και στο θεσμό του Οικογενειακού Ιατρού, ο οποίος έχασε αρχικά το όνομά του και ακολούθως χάνει μέρα με τη μέρα το ρόλο του, τείνοντας να καταλήξει «τροχονόμος» και όχι συντονιστής της ΠΦΥ. Πως θα μπορούσε άλλωστε να το κάνει όταν του αφαιρούνται προνόμια και του επιβάλλονται περιορισμοί και όταν το ρόλο του μπορούν να αναλάβουν πλέον και συνάδελφοι που δεν έχουν τελειώσει ή καν αρχίσει την ιατρική τους ειδικότητα;
Ως Πανελλήνια Επαγγελματική Ένωση Γενικής Οικογενειακής Ιατρικής έχουμε θέσει στην πολιτεία τους προβληματισμούς μας και έχουμε καταθέσει πολλές φορές τις προτάσεις μας. Παρά το γεγονός ότι δεν έχουμε λάβει ως τώρα απάντηση, παραμένουμε συνεχώς στη διάθεση του Υπουργείου για οποιαδήποτε συνεργασία θα μπορούσε να βοηθήσει στην επίλυσή των δίκαιων αιτημάτων μας. Αγαπητοί συνάδελφοι, δεν χωράει αμφιβολία ότι όσοι επιθυμούμε ακόμη να εργαστούμε σε αυτή τη χώρα, θα πρέπει να ΕΝΩΘΟΥΜΕ και να προσπαθήσουμε όλοι μαζί να αποκτήσει η ειδικότητά μας τη θέση που της αρμόζει στο σύστημα υγείας. Έτσι, ίσως μπορέσει να αντιληφθεί και η πολιτεία τον κομβικό μας ρόλο στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις για την υγεία και ίσως κάποτε γιορτάσουμε την 19η Μαΐου ως την παγκόσμια ημέρα Γενικού Οικογενειακού Ιατρού και στην Ελλάδα.
Δελτίο Τύπου Πανελλήνιας Επαγγελματικής Ένωσης Γενικής Οικογενειακής Ιατρικής αναφορικά με την επίταξη των ιδιωτών ιατρών για την κάλυψη των επιτακτικών αναγκών του ΕΣΥ
Αθήνα, 24 Ιουλίου 2024
Αγαπητοί συνάδελφοι,
Τον τελευταίο καιρό γινόμαστε μάρτυρες δυσάρεστων εξελίξεων στην υγεία, δεδομένου ότι επιχειρείται η κάλυψη των επιτακτικών αναγκών του ΕΣΥ μέσω «πρόσκλησης» των ιδιωτών ιατρών, ενώ παράλληλα το εργασιακό περιβάλλον στα δημόσια νοσοκομεία γίνεται ολοένα και πιο αφιλόξενο.
Ως Πανελλήνια Επαγγελματική Ένωση Γενικής Οικογενειακής Ιατρικής έχουμε από καιρό διατυπώσει τις θέσεις μας σχετικά με τις αιτίες ερήμωσης του ΕΣΥ, αλλά και τις πιθανές λύσεις του προβλήματος. Ωστόσο, θεωρούμε χρέος μας την επαναδιατύπωση των θέσεών μας στην παρούσα ανακοίνωση μια και το θέμα λαμβάνει πλέον διαστάσεις που πλήττουν το σύνολο του ιατρικού κόσμου.
Είμαστε πεπεισμένοι ότι το πρόβλημα υποστελέχωσης του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) είναι ένα γενικό φαινόμενο που συνεχώς εντείνεται και φυσικά δεν μπορεί να λυθεί αποσπασματικά σε ορισμένες περιοχές και σίγουρα όχι με τον τρόπο που προσπαθεί να το προσεγγίσει το Υπουργείο Υγείας. Η ουσιαστική λύση του προβλήματος βρίσκεται στον επαναπροσδιορισμό του ΕΣΥ ως ενός ασφαλούς επιστημονικού εργασιακού περιβάλλοντος, γεγονός που θα επιτευχθεί μόνο μέσω εξάλειψης των ισχυρών αντικινήτρων ένταξης σε αυτό.
Ως αντικίνητρα αναγνωρίζουμε τις υποχρεωτικές μετακινήσεις κυρίως από τη πρωτοβάθμια σε άλλη υγειονομική βαθμίδα, όπου ο εντελλόμενος ιατρός βρίσκεται σε χώρους εργασίας που όχι μόνο δεν έχει επιλέξει αλλά πολλές φορές είναι εκτός του επιστημονικού του πεδίου, την απουσία ευκαιριών επιστημονικής ανέλιξης των ιατρών εντός του ΕΣΥ, την απουσία αναγνώρισης της προσφοράς τους σε συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια και τις παράλογες καθυστερήσεις που υφίστανται στην βαθμολογική και οικονομική τους εξέλιξη.
Επιπροσθέτως, θεωρούμε ότι η επικρατούσα κατάσταση με τις τόσο σημαντικές ελλείψεις στα δημόσια νοσοκομεία οφείλει να αποτελέσει το μέσο εξαναγκασμού του Υπουργείου Υγείας να ασχοληθεί επιτέλους με τα οικονομικά κίνητρα που θα μπορούσαν να δοθούν στους ιατρούς.
Άμεσα οικονομικά κίνητρα αποτελούν η καθολική αύξηση των ιατρικών αμοιβών προκειμένου να γίνουν τουλάχιστον συγκρίσιμες με εκείνες του εξωτερικού, καθώς και η αναπροσαρμογή του επιδόματος αγόνου των ιατρών που εργάζονται στις δύσβατες και προβληματικές περιοχές της χώρας με βάση τον σύγχρονο μισθό τους και όχι εκείνον της προηγούμενης πεντηκονταετίας.
Ως έμμεσα, αλλά εξίσου σημαντικά, οικονομικά κίνητρα αναγνωρίζουμε, μεταξύ άλλων, τη μείωση της φορολογίας, την προσμέτρηση των ωρών της εφημερίας ως υπερωριακής εργασίας και την ένταξη στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα.
Τελευταία, αλλά όχι ήσσονος σημασίας, αναφορά οφείλει να γίνει στους ιατρούς που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα, δεδομένου ότι πλήττονται ιδιαίτερα από τις τελευταίες εξαγγελίες του Υπουργείου Υγείας. Αρχικά, θεωρούμε απαράδεκτο να χαρακτηρίζονται «αδιάφοροι» ως προς τα προβλήματα του ΕΣΥ στις περιοχές τους, ιδίως μετά από μια περίοδο πανδημίας κατά την οποία συνέδραμαν εμπράκτως στην στήριξη του δημόσιου συστήματος υγείας αποδεικνύοντας το ήθος τους. Στη συνέχεια, αξίζει να ειπωθεί ότι δεν μπορεί παρά να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην δημόσια υγεία η υποχρεωτική, επιτευχθείσα μέσω εκβιασμού, εργασία ενός ιατρού στο δημόσιο νοσοκομείο, ανεξαρτήτως της θέλησης αλλά και της ικανότητάς του. Δεδομένου ότι η πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια ή/και τριτοβάθμια φροντίδα υγείας διαφέρουν ως προς την καθημερινή πρακτική τους, η ισοπέδωση των διαφορών τους θα καταστήσει το ΕΣΥ απεχθές όχι μόνο για τους ιατρούς αλλά και για την κοινωνία εν γένει.
Αγαπητοί συνάδελφοι, γνωρίζουμε όλοι ότι μόνο ουσιαστικές κινήσεις, απόδειξη μιας πολιτικής ενδυνάμωσης του ΕΣΥ, μπορούν να κάνουν ξανά την εργασία στο δημόσιο ελκυστική για μια πλειάδα συναδέλφων που θα μπορούν σχεδιάσουν το επαγγελματικό τους μέλλον σε βάθος χρόνου. Παράλληλα, η επιλογή του ιδιωτικού έργου θα πρέπει να γίνει σεβαστή από την πολιτεία, έτσι ώστε και αυτή η κατηγορία συναδέλφων να μπορούν να ελπίζουν σε έναν ασφαλή επαγγελματικό ορίζοντα.
